- υδροστάθμη
- η, Ν1. η στάθμη του περιεχόμενου νερού σε δοχείο, λέβητα, δεξαμενή κ.ά.2. φυσ. ο γεωμετρικός τόπος τών σημείων υγρού που βρίσκεται σε ισορροπία και στα οποία ασκείται η ίδια πίεση3. μικρός εξωτερικός γυάλινος σωλήνας που δείχνει τη στάθμη τού νερού μέσα σε έναν λέβητα4. υδροστάτης, κν. νεροζύγι.[ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)-* + στάθμη (πρβλ. χωρο-στάθμη). Η λ. μαρτυρείται από το 1832 στον Αδ. Κοραή].
Dictionary of Greek. 2013.